Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011


Πολλές νυχτιές όταν ζούσα ανάμεσα στους πεθαμένους ανθρώπους με τα βαμμένα μάγουλα, τοποθετημένη σε τεντωμένα σεντόνια, με μπηγμένα κρυφά κάτω απ’ τα μαξιλάρια μαλακά νυχάκια άθαφτων νεογέννητων μωρών, ανέβαινε από το λαιμό μου ένα χλιαρό αίμα λίγο κομμένο όμως σαν άμμο, το οποίο κατάπινα αθόρυβα, γνωρίζοντας ότι εγώ ανάμεσα στους ανθρώπους ήμουν εγώ η εκλεκτή να διαιωνίσω το τέλος να μην τελειώσει ποτέ.
Έτσι έζησα πολλούς ανόσιους θανάτους φτάνοντας στον υπέρτατο εξαγνισμό τις νύχτες. Και ειδικότερα εκείνην ακριβώς την ώρα όπου οι σκύλοι γίνονται λύκοι, λαμβάνοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους σαν τάξεις. Γκρίζοι ή άσπροι.
Θα μπορούσε κανείς να πει αργότερα πως αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας μου ή ότι πληρώθηκα να τα γράψω με σκοτεινό και απώτερο σκοπό να τρομοκρατήσω τον αποχαυνωτικό εγωιστικό ύπνο των ανθρώπων, ιδίως κατά τας μεσημβρινάς ώρας Ιουνίου Ιουλίου Αυγούστου.
Όμως παρακαλώ, παρακαλώ πολύ να με πιστέψετε, γιατί δεν υπάρχει εξευτελιστικότερος θάνατος από το να μη σε πιστεύουνε αυτοί που εσύ πιστεύεις.
Έτσι ίσως ο αέρας φέρνει μπερδεμένα τα λόγια μου κι αυτά τα νερά που φεύγουν πλαγιαστά απ’ τα μάτια μου δεν γίνεται να σταματήσω…
Πόσο φοβάμαι, αγαπημένοι μου, γιατί σ’ αυτό το απάνθρωπο κυνηγητό, σ’ αυτή την ξέφρενη προσπάθεια να ζήσω, ξεπέρασα τον ανταγωνιστή και τώρα κοιτώ στον καθρέφτη το δικό μου λαιμό να γίνεται μονοκόμματος, να παίρνει να βγάζει το τρίχωμα γκριζόασπρου λύκου.
Θα ‘θελα γιατί σας αγαπώ να ρώταγα για συντροφιά τι ώρα είναι. Όμως ξέρω πως πρέπει να προχωρήσω ολομόναχη, περήφανη στην ερημιά γνωρίζοντας επακριβώς την πίκρα των ανθρώπων. Τέλος, ζώντας λεπτομερώς όλες τις αποχρώσεις του θανάτου μου, θα συνεχίσω να ζω με σαλεμένο μυαλό παρόλες τις αντίξοες συνθήκες…

 -Κατερίνα Γώγου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου